Κοινωνιογλωσσική προσέγγιση του ιδιώματος τ’ Απεράθου Νάξου (όπως διατηρείται στην Αθήνα)

    Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του σεμιναρίου της Διαλεκτολογίας του μεταπτυχιακού προγράμματος της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας, Μ. Κακριδή Φερράρι. Παρουσιάστηκε στις εργασίες της 4ης Συνάντησης Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Ιούνιο του 2007 (αίθουσα Ι. Δρακόπουλος, Κεντρικό κτίριο Πανεπιστημίου Αθηνών), ενώ περιλαμβάνεται στο βιβλίο πρακτικών με την εξής βιβλιογραφική παραπομπή: Ξεφτέρη, Μ. 2009. “Κοινωνιογλωσσική προσέγγιση του ιδιώματος τ’ Απεράθου Νάξου (όπως διατηρείται στην Αθήνα)”. Στο Πρακτικά 4ης Συνάντησης Μεταπτυχιακών Φοιτητών του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σ. 251-260. Αθήνα.

1. Εισαγωγή

Σκοπός αυτής της ανακοίνωσης είναι η παρουσίαση των αποτελεσμάτων κοινωνιογλωσσικής έρευνας για το ιδίωμα τ’ Απεράθου Νάξου [1]. Η έρευνα εστιάστηκε στην περιγραφή των πιο .........
χαρακτηριστικών και συχνών γλωσσικών φαινομένων του ιδιώματος (φωνητική, μορφολογία, σύνταξη), όπως αυτό διατηρείται μέσα σε κοινωνικά δίκτυα (συγγενικές, οικογενειακές και φιλικές σχέσεις), τα οποία έχουν αναπτυχθεί στους κόλπους μιας σύγχρονης πόλης, όπως είναι η Αθήνα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μελέτη των περιστάσεων επικοινωνίας και των παραμέτρων της (μέτοχοι, χρόνος και τόπος διεξαγωγής της επικοινωνίας, λειτουργία και σκοπός των εκφωνημάτων). Η έρευνα συμπληρώθηκε, τέλος, από τη διερεύνηση των στάσεων των ομιλητών απέναντι στο ιδίωμα και την απεραθίτικη κοινότητα, καθώς και απέναντι στην Κοινή Νέα Ελληνική (στο εξής: ΚΝΕ).

2. Το ιδίωμα τ’ Απεράθου Νάξου

Το ιδίωμα τ’ Απεράθου ανήκει στην ομάδα των νοτίων ελληνικών ιδιωμάτων και μιλιέται στη βορειοανατολική περιοχή της Νάξου, περιλαμβάνοντας τους κατοίκους του ορεινού χωριού Απείρανθος ή Απεράθου, του Δανακού και του παραθαλάσσιου οικισμού Τριάκαθα ή Μουτσούνα. Το ιδίωμα των παραπάνω χωριών παρουσιάζει διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά ως προς τη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο [2], σε σύγκριση με τα ιδιώματα των υπόλοιπων χωριών της Νάξου [3]. Πέρα όμως από τις γλωσσικές διαφορές, οι κάτοικοί του παρουσιάζουν διαφορές στα ήθη και τα έθιμα, αλλά και τις αντιλήψεις (παλαιότερα επίσης και ως προς την ενδυμασία).

Σύμφωνα με μία λαϊκή παράδοση του χωριού, πολλές οικογένειες είχαν τις ρίζες τους στην Κρήτη. Μάλιστα, η παράδοση αυτή είχε πλαισιωθεί από απόψεις πολλών επιστημόνων και μελετητών, οι οποίοι μιλούσαν για την πιθανότητα ύπαρξης εποικισμού από την Κρήτη στ’ Απεράθου, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά, παρ’ όλες τις ομοιότητες που μπορεί κανείς να παρατηρήσει σε θέματα γλώσσας και τέχνης [4]. Η άποψη αυτή στηρίχτηκε κυρίως στην ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα στα γλωσσικά συστήματα των δύο τόπων. Το πλήθος, η ιδιορρυθμία και η μοναδικότητα των κοινών αυτών γνωρισμάτων αποτελούν τουλάχιστον ένα έναυσμα για μία συζήτηση σχετικά με την πιθανότητα ύπαρξης εποικιστικής σχέσης ανάμεσα στους κατοίκους αυτών των περιοχών, καθώς και ως προς την πιθανότητα αυτός ο εποικισμός να επηρέασε γλωσσικά το απεραθίτικο ιδίωμα. Κάτι τέτοιο ωστόσο θα μπορούσε να εδραιωθεί μόνο με τη συνδρομή συμπληρωματικών στοιχείων, κυρίως όμως μέσα από την ιστορική και βασισμένη σε επίσημες πηγές τεκμηρίωση. Μπορούμε να πούμε ότι η άποψη περί εποικισμού χρησιμεύει στους κατοίκους τ’ Απεράθου στο να ερμηνεύσουν τις διαφορές του απεραθίτικου ιδιώματος από τα λοιπά ναξιώτικα ιδιώματα. Επιπλέον, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι αρκετά ιδιωματικά στοιχεία του απεραθίτικου ιδιώματος απαντούν και σε άλλα ναξιώτικα χωριά, καθώς αφορούν γλωσσικά φαινόμενα που παρατηρούνται σε όλα σχεδόν τα κυκλαδίτικα ιδιώματα ή γενικότερα στα νότια νεοελληνικά.

3. Διαλεκτικό υλικό

Το διαλεκτικό υλικό που αξιοποιήθηκε αποτελείται από προφορικά κείμενα οκτώ ομιλητών (τέσσερις άνδρες και τέσσερις γυναίκες), οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Απείρανθο της Νάξου, αλλά κατά την ενηλικίωσή τους αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς την Αθήνα, κυρίως για εύρεση εργασίας. Τα κείμενα αυτά, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, είναι διάλογοι και συζητήσεις με μετέχοντες τούς υπό εξέταση ομιλητές, αλλά και άλλους παριστάμενους Απεραθίτες δεύτερης και τρίτης γενιάς. Πολύ συχνά οι συζητήσεις αυτές διανθίζονται με όχι ιδιαίτερα εκτενείς αφηγήσεις, οι οποίες λειτουργούν ανατροφοδοτικά για τη συνέχιση του διαλόγου. Υπάρχουν επίσης και κείμενα τα οποία είναι αμιγώς αφηγηματικά, μέσα στα πλαίσια άτυπων συνεντεύξεων-συζητήσεων που διεξήγαγε η ερευνήτρια με κάποιους από τους ομιλητές σε διαφορετικές, βέβαια, χρονικές στιγμές.

Το συγκεκριμένο υλικό συγκεντρώθηκε αρχικά για λαογραφικούς σκοπούς, καθώς στόχος ήταν η καταγραφή πραγματικών ιστοριών, συνηθειών, ηθών και εθίμων από τ’ Απεράθου, μέσα από τα βιώματα και τις εμπειρίες των συγκεκριμένων ομιλητών. Με αφορμή κάποιες οικογενειακές κυρίως συγκεντρώσεις και με ανάλογα εναύσματα που δίνονταν από την ερευνήτρια (η οποία διατηρεί συγγενικούς δεσμούς με τους περισσότερους ομιλητές), μαγνητοφωνήθηκαν συζητήσεις και αφηγήσεις που αφορούσαν το χωριό και τους κατοίκους του και οι οποίες απομαγνητοφωνήθηκαν τελικά για τις ανάγκες και αυτής της έρευνας.

Έτσι, η αρχική στοχοθεσία, της οποίας οι ομιλητές είχαν επίγνωση, αποτέλεσε έναν θετικότατο παράγοντα προκειμένου να αποφευχθεί -όσο είναι δυνατό κάτι τέτοιο- το «παράδοξο του παρατηρητή» και να καταγραφεί η αβίαστη γλωσσική συμπεριφορά των ομιλητών. Δεν έγινε προσπάθεια εκμαίευσης ιδιωματικού λόγου, καθώς κάτι τέτοιο θα αλλοίωνε τη φυσικότητα και την αυθεντικότητα του υλικού, ενώ αυτό που κυρίως επιδιώχθηκε μέσα από τη μέθοδο της άμεσης παρατήρησης ήταν η συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων ωρών συζήτησης και διαλόγου, αξιοποιώντας όσες ευκαιρίες παρουσιάστηκαν, όπου και οι ομιλητές ήταν συγκεντρωμένοι σε έναν κοινό τόπο.

Οι ομιλητές δεν γνώριζαν ότι το καταγεγραμμένο υλικό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για γλωσσική έρευνα, ήταν ωστόσο γνώστες της παρουσίας μαγνητοφώνου, αν και δεν φάνηκε να τους ενοχλεί ή να τους εμποδίζει σε κάτι. Δεν παρατηρήθηκε, δηλαδή, κάποια επιτηδευμένη προσπάθεια ενίσχυσης ή μη του ιδιωματικού τους λόγου, καθώς, κατά την μελέτη του υλικού, η χρήση γλωσσικών τύπων της ΚΝΕ ήταν συχνή, ενώ επιπλέον η καταγεγραμμένη γλωσσική τους συμπεριφορά δε διέφερε από την καθημερινή γλωσσική πρακτική τους, όπως αποδείχθηκε μέσα από άμεση παρατήρηση.

Πέρα από το προφορικό υλικό, αξιοποιήθηκε επίσης και γραπτό διαλεκτικό υλικό, το οποίο λειτούργησε περισσότερο συμπληρωματικά, μέσα στα πλαίσια της προσπάθειάς μας να συγκρίνουμε την παρουσία κάποιων γλωσσικών φαινομένων σε σχέση με το προφορικό σώμα κειμένων. Το συγκεκριμένο γραπτό υλικό αφορά: α) διηγήσεις, οι οποίες είχαν εκδοθεί σε ημερολογιακή έκδοση του Συλλόγου Απεραθιτών Νάξου το 1986 και β) ποίηση, τραγούδια και κοτσάκια [5] ανώνυμων στιχουργών του χωριού, που είτε έχουν μελοποιηθεί με παραδοσιακούς σκοπούς, είτε αποτελούν τις λεγόμενες πατινάδες [6], οι οποίες κατεγράφησαν εν τη γενέσει τους.

4. Ομιλητές και περιστάσεις χρήσης του ιδιώματος

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι το προφορικό υλικό είναι ενδεικτικό όχι του ιδιώματος που μιλιέται από μόνιμους κατοίκους της Απειράνθου, αλλά του ιδιώματος όπως διατηρήθηκε και διατηρείται από Απεραθίτες εσωτερικούς μετανάστες στην Αθήνα, με την ομολογουμένως έντονη επίδραση της ΚΝΕ σε όλα τα επίπεδα. Και οι οχτώ ομιλητές αποτελούν την πρώτη γενιά ενήλικων Απεραθιτών που ήρθαν στην Αθήνα κατά την δεκαετία του ’50, προς αναζήτηση εργασίας και μιας καλύτερης ποιότητας ζωής. Η ηλικία τους, κατά την διεξαγωγή της έρευνας (2000-2001), κυμαινόταν από τα 65 έως τα 82 χρόνια (μέσος όρος ηλικίας: 72 χρόνια), ενώ η επαγγελματική τους ενασχόληση, πριν συνταξιοδοτηθούν, είχε να κάνει κυρίως με χειρωνακτικές και πρακτικές εργασίες (οικοδόμος, μπακάλης, ράφτης, λαουτιέρης, υπάλληλος, καθαρίστρια).

Οι ομιλητές συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς κυρίως συγγενικούς (αδέρφια, σύζυγοι, ανίψια) και φιλικούς (φίλοι, γείτονες), ενώ αποτελούν μέλη κοινωνικών δικτύων, στοιχείο που παίζει ρόλο στη διατήρηση του ιδιώματος, το οποίο συμβολίζει αξίες αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας [7]. Συγκεκριμένα, οι περιοχές που κατοικούν οι συγκεκριμένοι ομιλητές είναι οι Άγιοι Ανάργυροι και το Γαλάτσι, περιοχές στις οποίες το ναξιώτικο, και δη απεραθίτικο στοιχείο, είναι έντονο. Το συγκεκριμένο κοινωνικό δίκτυο είναι πυκνό, αλλά και πολυνηματικό, καθώς τα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με περισσότερες της μιας ιδιότητας (συγγενείς, γείτονες, φίλοι, συνεργάτες).

Αυτό που παρατηρήθηκε είναι ότι οι συγκεκριμένοι ομιλητές χρησιμοποιούν το ιδίωμα μόνο μέσα στα πλαίσια του οικογενειακού, οικείου και διαπροσωπικού περιβάλλοντος, ενώ και σε ανάλογες ερωτήσεις της ερευνήτριας απάντησαν ότι μιλούν το ιδίωμα όταν οι συνομιλητές τους είναι Ναξιώτες (κυρίως Απεραθίτες) και γενικότερα όταν ανήκουν στο οικείο περιβάλλον (οικογένεια, φίλοι, γείτονες). Σε συναναστροφές τους με μη Ναξιώτες ή όταν βρίσκονται σε επίσημα περιβάλλοντα, όπως δημόσιες υπηρεσίες κ.λπ., μιλούν την ΚΝΕ, αποφεύγοντας τη βαριά προφορά και μαρκαρισμένες λέξεις του απεραθίτικου λεξιλογίου.

5. Γλωσσικά φαινόμενα του ιδιώματος τ’ Απεράθου

5.1 Φωνητική

Ένα πολύ σημαντικό φωνητικό φαινόμενο του ιδιώματος, το οποίο απαντά και στην Κρήτη, είναι η προφορά του φθόγγου /k/ ύστερα από τα φωνήεντα /e/ ή /i/, η οποία είναι ουρανικότερη σε σύγκριση με της ΚΝΕ (Οικονομίδης 1952: 223• Ζευγώλης 1956, 2006: 28). Σ’ αυτήν την περίπτωση, το /k/, χωρίς να προφέρεται ως [ts] καθαρό, πλησιάζει τον τσιτακισμό (Ζευγώλης 1937, 2006: 56• 1998: 32). Στο συγκεκριμένο προφορικό υλικό, μόνο μια ομιλήτρια παρουσίασε τσιτακισμό (σε τρεις μόνο λέξεις: [tse] : και, [e'tsi] : εκεί, [đimi'tratsis] : Δημητράκης), ενώ όλοι οι υπόλοιποι ομιλητές (συμπεριλαμβανομένης και της παραπάνω ομιλήτριας) είχαν έντονη την ουρανική προφορά του φθόγγου.

Η υπερωική προφορά του /λ/ [8] πριν από τα φωνήεντα /a/, /o/, /u/ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό γλωσσικό φαινόμενο του απεραθίτικου ιδιώματος. Όπως σε όλα τα χωριά των Σφακίων [9], σε κάποιες Ρεθυμνιώτικες επαρχίες και στ’ Ανώγεια, έτσι και στ’ Απεράθου, το σύμφωνο /λ/, πριν από τα φωνήεντα αυτά προφέρεται «λίαν παχύ, τῆς γλώσσης ἐφαπτομένης ἐπὶ τοῦ οὐρανίσκου καὶ πρὸς τὰ ἔνδον αὐτοῦ» (Οικονομίδης 1952: 223), χωρίς η γλώσσα ν’ αγγίζει τον ουρανίσκο, όπως σχεδόν το αγγλικό /r/ (Ζευγώλης 1998: 44• Κοντοσόπουλος 2001: 61). Συγκεκριμένα, πρώτος ο Χατζιδάκις (1905: 177• στο Ζευγώλης 1998: 44) περιέγραψε με ακρίβεια την προφορά αυτού του φθόγγου: «Κατὰ τὴν προφορὰν τούτου ἡ γλῶσσα ἐν τῷ στόματι αἰωρεῖται καὶ ἐκτείνεται καὶ κεκυρτωμένοις ὑπό τι τοῖς πρόσθεν ἄκροις προσπελάζει τῷ οὐρανῷ, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἅπτεται αὐτοῦ». Όπως σημειώνει ο Ζευγώλης (1998: 44), σε κανένα από τα άλλα χωριά της Νάξου, πλην του Δανακού που έχει αποικιστεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό από Απεραθίτες, δεν υπάρχει αυτή η προφορά. Όσον αφορά το προφορικό υλικό που αξιοποιήθηκε, η προφορά αυτή ήταν συχνή απ’ όλους τους ομιλητές, ενώ και οι ίδιοι θεωρούν πως πρόκειται για ένα στοιχείο του ιδιώματος που τους χαρακτηρίζει ως Απεραθίτες (σύμβολο έσω-ομάδας) και τους διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους (την έξω-ομάδα).

Παρατηρήθηκε, επίσης, η δάσυνση του /t/ σε /θ/ στη συνιζημένη συλλαβή (τι+Φ > θι-) κυρίως στο γραπτό υλικό (σπιθιού : σπιτιού, ξενιθιά : ξενιτιά, μαθιά : ματιά). Πρόκειται για ένα φωνητικό φαινόμενο, το οποίο είναι από τα κυριότερα της κρητικής διαλέκτου, καθώς απαντά σ’ όλο το νησί, εκτός από τον νομό Λασιθίου και συγκεκριμένα στη Σητεία (Ζευγώλης 1998: 32• Κοντοσόπουλος 2001: 30) [10]. Στα υπόλοιπα ναξιώτικα χωριά, το συνηζιμένο τι- διατηρείται κατά κανόνα, χωρίς να υπάρξει δάσυνση του τ, αν και υπάρχει μερική τροπή του σε θι- στα χωριά Φιλώτι και Κωμιακή. Σύμφωνα με τον Ζευγώλη (1956, 2006: 26• 1998: 33 κ.εξ.), αυτό ίσως να οφείλεται σε επίδραση από το απεραθίτικο ιδίωμα [11]. Στο προφορικό διαλεκτικό υλικό υπήρξαν περιπτώσεις (όχι πάρα πολλές), όπου απαντούσε το φαινόμενο, η παρουσία ωστόσο των αντίστοιχων τύπων της ΚΝΕ ήταν πιο συχνή, στοιχείο που ίσως δείχνει την υποχώρηση του συγκεκριμένου φωνητικού κανόνα.

Ένα φαινόμενο, που είναι κοινό σ’ όλα τα ναξιώτικα χωριά, είναι η σίγηση του /γ/ ανάμεσα σε φωνήεντα, αλλά και στην αρχή λέξης (ειτονιά : γειτονιά, ιατί : γιατί, θα ύρει : θα γύρει, να ‘ενώ : να γίνω, λίο : λίγο, λέανε : λέγανε, εώ : εγώ, απαλλάια : απαλλάγια). Το φαινόμενο αυτό, σύμφωνα με τον Κοντοσόπουλο (2001: 58), αποτελεί ένα από τα κυριότερα φαινόμενα της κυκλαδίτικης προφοράς, ωστόσο δεν παρατηρείται σε όλες ανεξαιρέτως τις λέξεις: αγαθός, αγαπώ, αγώι : αγώγι κ.λπ. (Οικονομίδης 1952: 226). Στο προφορικό, αλλά και στο γραπτό υλικό, παρατηρήθηκαν παράλληλα οι αντίστοιχοι τύποι της ΚΝΕ, οι οποίοι βρίσκονταν σε ελεύθερη εναλλαγή με τους ιδιωματικούς. Μέσα στα πλαίσια των αποβολών συμφώνων, παρατηρήθηκε, επίσης, η αποβολή των /đ/, /m/, /n/, /p/ (έπεψες : έπεμψες, καένα : κανένα, υχιά : νυχιά, τίοτα : τίποτα, ‘ια ‘ε : για ιδέ).

Παρατηρήθηκε, επίσης, η ανάπτυξη του ‘άλογου’ /γ/ ανάμεσα στο /v/ και τη ρηματική κατάληξη –ω (ανάβγει : ανάβει, βόλευγε : βόλευε, ξεμπερδεύγεις : ξεμπερδεύεις, σάλευγε : σάλευε, βασιλεύγει : βασιλεύει, δούλευγε : δούλευε) (Οικονομίδης 1952: 228• Ζευγώλης 1937, 2006: 56, 1998: 28• Κοντοσόπουλος 2001: 58).

Τα κλειστά ηχηρά /mb/, /nd/, /ng/ προφέρονται με τα άρρινα αλλόφωνά τους /b/, /d/, /g/ αντίστοιχα, κυρίως στις μεσαίες θέσεις λέξεων (είda : είντα, bιρbινίτσα : μπιρμπινίτσα, ιάdα : γιάντα/ γιατί, μουdί : μουντί, πουdί : πουντί, αφέdης : αφέντης, δαdέλα : δαντέλα) (Οικονομίδης 1952: 224• Κοντοσόπουλος 2001: 59• Ζευγώλης 1998: 28). Η ίδια φωνητική πραγμάτωση παρατηρείται όταν αυτά τα συμπλέγματα προέρχονται από συνεκφορά των ν+κ, ν+τ, ν+π στα όρια των λέξεων. Το φαινόμενο αυτό ήταν αρκετά συχνό τόσο στο προφορικό υλικό, στο σύνολο των ομιλητών (στη dραγαία : στην Τραγαία, σα d’ αψηλά βουνά : σαν τα ψηλά βουνά, μη dυχό : μην τυχόν, στη bλάτσα : στην πλατεία, στη bαρασκιά : στην παρασκιά), αλλά και στο γραπτό, όπου αποτυπωνόταν η μεταβολή γραπτώς ( : με τον καιρό, : σαν καλός, : στην κόλαση, : την ενδυμασία).

Τέλος, μεταξύ των /π/ ή /φ/ και του συνιζανόμενου -ι- αναπτύσσεται πολλές φορές το σύμφωνο /κ/ (Οικονομίδης 1952: 228) (συντροφκιά : συντροφιά, χασαπκιό : χασάπικο, πκιοτό : πιοτό, πκιότερο : πιότερο, πκια : πια (αλλά και πλια).

5.2 Μορφολογία

Ένα μορφολογικό φαινόμενο που παρατηρήθηκε στο διαλεκτικό υλικό και που απαντά γενικότερα στα κυκλαδίτικα ιδιώματα είναι η προσθήκη της συλλαβής -νε στην κατάληξη παρωχημένων ρηματικών τύπων του γ’ ενικού και πληθυντικού προσώπου (είχενε : είχε), κάτι που συμβαίνει, όπως αναφέρει ο Κοντοσόπουλος (2001: 60) και στον νομό Ρεθύμνης. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι σε πολυσύλλαβα ρήματα που είχαν τη συγκεκριμένη κατάληξη αναπτυσσόταν και δευτερεύων τόνος (σκεύγουντάνε : σκεφτόταν, ποκάθουντάνε : που καθόταν, ίνουντάνε : γινόταν).

Επιπλέον, η γενική του θηλυκού άρθρου είναι τση αντί της, ενώ και η αιτιατική πληθυντικού αρσενικού και θηλυκού άρθρου είναι τσι και όχι τους ή τις. Επίσης, τα κτητικά του, της και τους αντικαθιστώνται με τα dου, τζη και dωνε αντίστοιχα (τση λαλάς : της γιαγιάς, να τση ρίξεις : να της ρίξεις, με τσι βράκες : με τις βράκες, τση γράφω : της γράφω, καλή τζη ώρα : καλή της ώρα, ‘ια dον αφέdη τζη : για τον πατέρα της, τα παιδιά ντωνε : τα παιδιά τους). Λαμβάνοντας υπόψη το προφορικό και γραπτό υλικό, το συγκεκριμένο μορφολογικό φαινόμενο τηρείτο σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο παρατηρήθηκε η παράλληλη χρήση των τύπων της ΚΝΕ.

Όλα τα ρήματα, είτε αρχίζουν από φωνήεν είτε από σύμφωνο, στους ιστορικούς χρόνους παίρνουν αύξηση η-, εάν αυτή τονίζεται, αλλά ε-, όταν είναι άτονη (Οικονομίδης 1952: 238-9). Το συγκεκριμένο γλωσσικό φαινόμενο απαντά ολόιδιο στην Ανατολική Κρήτη, ενώ στην υπόλοιπη Νάξο δεν ισχύει ως γραμματικός κανόνας (Ζευγώλης 1998: 39 κ.εξ.). Στο προφορικό υλικό παρατηρήθηκε ιδιαίτερη προσήλωση στην εφαρμογή αυτού του κανόνα του ιδιώματος (ήτρωεν : έτρωγε, ήφηνε : άφηνε, εσηκώθημα : σηκωθήκαμε, εδούλεια : φοβόταν).

Χρησιμοποιούνται, επίσης, οι καταλήξεις –θης και –θη στο β’ και γ’ ενικό πρόσωπο του παθητικού αορίστου, αντί των –θηκες και –θηκε της Κοινής (Οικονομίδης 1952: 243) (ποβρέθην : που βρέθηκε, εξημερώθησα : ξημερώθηκαν, εσκέφθησαν : σκέφτηκαν), πράγμα το οποίο απαντά στη δυτική Κρήτη, αλλά όχι στα υπόλοιπα χωριά της Νάξου, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων (Ζευγώλης 1998: 42 κ.εξ.). Η επίδραση της ΚΝΕ στο προφορικό υλικό ήταν έντονη, καθώς ακούγονταν πιο συχνά οι καταλήξεις –θηκες και –θηκε.

Το γ’ πληθυντικό πρόσωπο στους ενεργητικούς χρόνους της οριστικής έχει καταλήξεις –ουσι και –ασι (Οικονομίδης 1952: 242-3), πράγμα το οποίο παρατηρείται μόνο στα χωριά των Σφακίων Κρήτης. Στ’ Απεράθου συμβαίνει ακριβώς το ίδιο, ενώ στους άλλους ναξιώτικους οικισμούς το φαινόμενο αυτό δεν απαντά, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, όπως σημειώνει ο Ζευγώλης (1998: 45). Όσον αφορά το προφορικό υλικό, ήταν πολύ πιο συχνοί οι τύποι της Κοινής, σε αντίθεση με το γραπτό, όπου οι συγκεκριμένες καταλήξεις χρησιμοποιούνταν σε πλείστο βαθμό (λέσι : λένε, έχουσιν : έχουν, πέφτουσι : πέφτουν, ήπκιασι : ήπιαν, πίνασι : έπιναν, λέασι : έλεγαν, είδασι : είδαν, εφάασι : έφαγαν).

Ιδιαίτερα για τα τρία τελευταία μορφολογικά χαρακτηριστικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ομοιότητα που φαίνεται να υπάρχει με τα ιδιώματα της ανατολικής και δυτικής Κρήτης ενισχύει την άποψη περί εποικισμού του χωριού από Κρήτες. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω, κυρίως σε επίπεδο ιστορικής τεκμηρίωσης μίας τέτοιας μετακίνησης.

5.3 Σύνταξη

Στο επίπεδο της σύνταξης, παρατηρήθηκαν δύο συγκεκριμένα φαινόμενα, τα οποία, όπως αναφέρει ο Οικονομίδης (1952: 256) είναι χαρακτηριστικά της αρχαϊκότητας του ιδιώματος, ενώ και ο Κοντοσόπουλος (2001: 60) θεωρεί πως οι συντάξεις αυτές είναι αρχαιότροπες.

Το αντικείμενο του ρήματος επιτάσσεται, όταν αυτό εκφέρεται με εγκλιτικό αντωνυμικό τύπο (Οικονομίδης 1952: 256). Σύμφωνα με τον Ζευγώλη ([1956] 2006: 32), η επίταξη του αντικειμένου γίνεται στην περίπτωση που δεν προηγούνται άλλες λέξεις, ενώ όταν προηγούνται, τότε το αντωνυμικό αντικείμενο προτάσσεται. Το συγκεκριμένο συντακτικό φαινόμενο ήταν συχνό τόσο στο προφορικό, όσο και στο γραπτό σώμα κειμένων (πού ‘κουέ μου : που άκουγε εμένα, ήγραφέ dου : του έγραφε, λέω σου : σου λέω, δώνω σου : σου δίνω, μοιάζει τζη : της μοιάζει, ήγραφέ της : της έγραφε). Ωστόσο, συχνή ήταν και η πρόταξη του αντικειμένου, στοιχείο που πρέπει να μελετηθεί στο μέλλον ([…] ε μοναχός σου δε dη πίνεις, ήρθε κανένας και στην ήπκιε; φέρνεις μου και παρέα λέει. Τί σου φέρνω; […], […] κι όdαν εγύρισα βρίσκω ένα σημείωμα στο προσκέφαλό μου και μου ‘γραφε η μάνα μου […], […] αλλά ‘ω θα σου δώσω τρακόσα φράγκα […], […] πάμε να σου τηνε δώσω […].)

Τέλος, διατηρείται η σύνταξη ρημάτων με αντικείμενο σε γενική (πού ‘κουέ μου : που άκουγε από εμένα, προσπαθώ να σου ξεχάσω : προσπαθώ να σε ξεχάσω), πιθανώς εξέλιξη της αρχαίας δοτικής σε κάποιες περιπτώσεις (λέω σου : σου λέω, δώνω σου : σου δίνω, μοιάζει τζη : της μοιάζει, πιστεύγω σου : σε πιστεύω, αν σου καταραστώ : αν σε καταραστώ) (Ζευγώλης [1956] 2006: 31• Οικονομίδης 1952: 259).

Ανακεφαλαιώνοντας, θα λέγαμε ότι το απεραθίτικο ιδίωμα έχει καταφέρει να διατηρήσει αρκετά από τα βασικά, τουλάχιστον, γλωσσικά του χαρακτηριστικά και στα τρία επίπεδα ανάλυσης που αναφέραμε, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η επιρροή της Κοινής δεν είναι έντονη. Είναι επίσης άξιο παρατήρησης τόσο ο βαθμός διαφοροποίησης του ιδιώματος από τα υπόλοιπα ιδιώματα της Νάξου, όσο και η γλωσσική του συγγένεια με την κρητική διάλεκτο.

6. Στάσεις των ομιλητών απέναντι στο ιδίωμα

Μέσα από την περιγραφή του γλωσσικού υλικού, θεωρήθηκε αναγκαίο να γίνει μία πρώτη διερεύνηση των γλωσσικών στάσεων των ομιλητών, καθώς η συγκεκριμένη κοινωνιογλωσσική πτυχή αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την προσέγγιση της κοινωνικής σημασίας της γλώσσας (Fasold 1991: 158). Σε καθαρά πιλοτικό επίπεδο, επιχειρήθηκε μια δεύτερη προσέγγιση προς τους ομιλητές [12], υπό μορφή προσωπικής συνέντευξης με τη συνδρομή ενός σύντομου ερωτηματολογίου, αποτελούμενου από ανοιχτές ερωτήσεις [13], προκειμένου να καταγραφεί η στάση τους απέναντι στο ιδίωμα, την ΚΝΕ, αλλά και την απεραθίτικη κοινότητα.

Οι αξιολογικές κρίσεις των ομιλητών στοιχειοθετούν μία ήδη γνωστή κοινωνιογλωσσική πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από το ΥΨΗΛΟ ΓΟΗΤΡΟ ΤΗΣ ΚΝΕ και το ΧΑΜΗΛΟ ΓΟΗΤΡΟ ΤΟΥ ΑΠΕΡΑΘΙΤΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ. Οι απαντήσεις των ομιλητών συνέκλιναν ως προς μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στο ιδίωμα: δηλώνουν πως δεν μιλούν τ’ απεραθίτικα σε όλες τις επικοινωνιακές περιστάσεις, ωστόσο τους αρέσει να τα μιλούν. Θεωρούν πως δεν μπορούν να τα μιλούν παντού, παρά μόνο παρουσία Απεραθιτών. Ο λόγος που δεν τα χρησιμοποιούν σε όλες τις περιστάσεις είναι γιατί φοβούνται τον στιγματισμό και τα αρνητικά σχόλια από τους μη Απεραθίτες (φοβούνται, όπως απάντησαν οι περισσότεροι από τους πληροφορητές, ότι θα τους κοροϊδέψουν, ακούγοντάς τους να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο λεξιλόγιο και την προφορά). Πρόκειται άλλωστε για μία στάση που παρατηρείται και στα υπόλοιπα νεοελληνικά ιδιώματα.

Επίσης, ακόμα κι όταν δεν ντρέπονται να μιλήσουν απεραθίτικα, δεν θα τα μιλήσουν, επειδή πιστεύουν ότι μιλούν ‘μια άλλη γλώσσα’ διαφορετική από την Κοινή, όπως ανέφερε ένας ομιλητής. ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ, λοιπόν, στις περιστάσεις εκείνες που κρίνουν ότι το ιδίωμα θα δυσχεράνει την επικοινωνία και την κατανόηση ή θα προκαλέσει κοροϊδευτικά σχόλια, ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ να χρησιμοποιήσουν τον κώδικα της ΚΝΕ (γίνονται όπως ανέφερε και ένας ομιλητής ‘πιο εξευγενισμένοι’). Μια ομιλήτρια, ωστόσο, ανέφερε ότι πολλές φορές μπορεί να πει κάτι στα απεραθίτικα (συγκεκριμένα είπε ότι ‘θα πετάξει κανένα απεραθίτικο’) μπροστά σε μη Ναξιώτες, προφανώς για λόγους εντυπώσεων. Αυτό που θα μπορούσαμε να σημειώσουμε, λαμβάνοντας υπόψη το προκαταρκτικό στάδιο της συγκεκριμένης διερεύνησης, είναι ότι ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΩΝ ΣΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΟΝΟ και χαρακτηρίζεται από αντικρουόμενα -εκ πρώτης όψεως- συναισθήματα (αγάπη για το ιδίωμα, ευχαρίστηση να το μιλούν, ντροπή και φόβο για τυχόν κοροϊδευτικά σχόλια).

Στην ερώτηση αν θεωρούν πλεονέκτημα να μιλούν απεραθίτικα, οι πληροφορητές εξέφρασαν την άποψη ότι νιώθουν περηφάνια τόσο για την ομιλία, όσο και την καταγωγή τους, μάλιστα τους ευχαριστεί πάρα πολύ να τα μιλούν, γιατί τους φέρνει πιο κοντά στο χωριό και στις αναμνήσεις τους. Φαίνεται λοιπόν πως το απεραθίτικο ιδίωμα έχει αναπτύξει ένα ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΓΟΗΤΡΟ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΚΝΕ, λειτουργώντας ως ΠΟΛΟΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ και ως ένα αδιάσπαστο ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΑΠΕΡΑΘΙΤΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ. Οι απόψεις τους για την αξία και τη χρησιμότητα του ιδιώματος (γνωστικό στοιχείο) είναι άμεσα συνυφασμένες με το συναισθηματικό στοιχείο.

Στην ερώτησή μας σχετικά με το αν θεωρούν πως είναι απαραίτητο να μιλούν απεραθίτικα για να είναι Απεραθίτες, όλοι συνέδεσαν την ανάγκη αυτή με τη σχέση που έχουν με το χωριό, αλλά και με τους πατριώτες τους. Συγκεκριμένα όταν είναι στο χωριό ή όταν βρίσκονται μαζί με άλλους Απεραθίτες (στο χωριό ή στην Αθήνα) θέλουν να μιλήσουν απεραθίτικα και το κάνουν. Έχουν δε την απαίτηση ότι και οι υπόλοιποι συγχωριανοί τους θα πράξουν ομοίως, γι’ αυτό και εκφράζουν δυσμενή σχόλια όταν δεν γίνεται κάτι τέτοιο [14]. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να απορήσουν, αν όχι να σχολιάσουν αρνητικά, όταν άτομα από την τρίτη γενιά Απεραθιτών δηλώσουν ότι δεν έχουν την ευχέρεια να τα μιλήσουν. Θεωρούν ότι η γνώση του ιδιώματος αποτελεί βασικό στοιχείο της απεραθίτικης ταυτότητας και νοοτροπίας, η οποία επιπλέον στοιχειοθετείται από την επαφή με το χωριό (συχνές επισκέψεις, καλοκαιρινές διακοπές), καθώς και μέσα από τη συμμετοχή σε δραστηριότητες τοπικών συλλόγων που βρίσκονται στην Αθήνα. Φαίνεται πως το απεραθίτικο ιδίωμα λειτουργεί ως ένα ΣΥΜΒΟΛΟ ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ, στην περίπτωσή μας την απεραθίτικη κοινότητα, ενώ οι στάσεις των ομιλητών είναι κυρίως στάσεις ενσωμάτωσης, καθώς σχετίζονται με την επιθυμία και την αφοσίωση τους να ταυτιστούν με τα μέλη της συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας (Baker 1992: 32). Βέβαια, κάτι τέτοιο θα πρέπει να τεκμηριωθεί μέσα από μία εκτενή και ενδελεχή έρευνα των στάσεων, αλλά κυρίως των αντιστάσεων των ομιλητών απέναντι στην Κοινή, πράγμα που ίσως υπογραμμίσει το ΑΦΑΝΕΣ ΓΟΗΤΡΟ ΤΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ που διαισθητικά παρατηρήσαμε μέσα από τις συνεντεύξεις.

Αυτό που είναι άξιο απορίας είναι ότι παρόλο που υπάρχει αυτό το συναισθηματικό δέσιμο, αλλά και η απαίτηση να μιλιέται το ιδίωμα, κανείς από τους ομιλητές δεν προσπάθησε ιδιαίτερα να μεταδώσει το ιδίωμα στα παιδιά του. Παρόλο που υπήρξαν απόπειρες από κάποιους, δεν το φρόντισαν ιδιαιτέρως, πράγμα που ίσως εκφράζει την ανακολουθία ανάμεσα στο συναισθηματικό και το βουλητικό-δραστικό στοιχείο των στάσεων των ομιλητών. Επιπλέον και τα ίδια τους τα παιδιά δεν θέλησαν και δεν ζήτησαν να μάθουν, είτε γιατί δεν τους άρεσε ή δεν τους ενδιέφερε ή γιατί θεωρούσαν δύσκολο να μάθουν την προφορά. Ωστόσο, η δεύτερη γενιά των Απεραθιτών στην Αθήνα μπορούν, σε μεγάλο ποσοστό, να καταλάβουν τους γονείς τους όταν μιλούν απεραθίτικα. Γενικότερα, από μια πρώτη προσέγγιση στη δεύτερη γενιά Απεραθιτών, παρατηρήθηκαν θετικές κρίσεις απέναντι στο ιδίωμα, μάλιστα οι περισσότεροι χαίρονται να το ακούν. Ωστόσο, κάτι τέτοιο αναμφισβήτητα απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

7. Συμπεράσματα

Επιχειρώντας να αξιολογήσουμε την αντιπροσωπευτικότητα του διαλεκτικού υλικού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το προφορικό υλικό μάς δίνει μια εικόνα των γλωσσικών φαινομένων που μπόρεσαν να διατηρήσουν οι συγκεκριμένοι ομιλητές, όντας εσωτερικοί μετανάστες που μένουν μόνιμα στην Αθήνα, παρ’ όλες τις ευνόητες επιδράσεις που υπήρξαν από την ΚΝΕ. Το γραπτό υλικό παρουσίασε περισσότερα ιδιωματικά στοιχεία, ωστόσο λόγω της αδυναμίας μας να πιστοποιήσουμε την αυθεντικότητά του, αξιοποιήθηκε σε καθαρά υποστηρικτικό επίπεδο σύγκρισης κάποιων γλωσσικών φαινομένων με το προφορικό υλικό.

Το απεραθίτικο ιδίωμα, όπως περιγράφηκε αδρομερώς, μπόρεσε να διατηρηθεί μέσα σε κοινωνικά δίκτυα, τα οποία αναπτύχθηκαν στην Αθήνα, στοιχείο που φαίνεται πως λειτουργεί ως ένας ευνοϊκός παράγοντας για τη διατήρηση του ιδιώματος μέσα στην ομάδα.

Παρόλο που θα περίμενε κανείς ότι το ιδίωμα αυτό θα έπρεπε να έχει αφομοιωθεί από την ΚΝΕ, δε συμβαίνει αυτό, λόγω των θετικών στάσεων των ομιλητών απέναντι στο ιδίωμα, αλλά και του συνακόλουθου αφανούς γοήτρου, καθώς αφορά τις αξίες της συγκεκριμένης γλωσσικής ομάδας. Οι συγκεκριμένοι ομιλητές μπόρεσαν να διατηρήσουν αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία του ιδιώματος κι αυτό ίσως να οφείλεται στη θετική στάση που έχουν απέναντι στο ιδίωμα και στη γλωσσική τους ιδιαιτερότητα, της οποίας έχουν πλήρη συνείδηση και για την οποία νιώθουν περηφάνια. Παρατηρείται μία γενική αποδοχή και ένα πλήθος οικογενειακών και τοπικών εκτιμήσεων, το πλέγμα των οποίων φαίνεται πως λειτουργεί ως πόλος αντίστασης προς την ΚΝΕ.

Το απεραθίτικο ιδίωμα αποτελεί τον συνεκτικό δεσμό όλων των Απεραθιτών της Αθήνας με τον τόπο καταγωγής τους. Ωστόσο, στις περιστάσεις εκείνες που γνωρίζουν ότι το ιδίωμα δεν θα ανταποκριθεί επικοινωνιακά, συνειδητά επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν την ΚΝΕ, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι το εμφανές γόητρο του ιδιώματος είναι χαμηλό σε σχέση με το υψηλό εμφανές γόητρο της ΚΝΕ.

Σημειώσεις

[1] Η εργασία έγινε υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Μ. Κακριδή-Φερράρι, διδάσκουσας του σεμιναριακού μαθήματος της Διαλεκτολογίας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (2005). Την ευχαριστώ θερμά για τις ουσιαστικές της παρατηρήσεις πάνω στο κείμενο της ανακοίνωσης.
[2] Μελέτες για το ιδίωμα τ’ Απεράθου έχουν κάνει οι Σιγάλας (1949), Οικονομίδης (1952), Ζευγώλης (1937˙ 1956˙ 1998) και Τσουκνίδας (1994).
[3] Γενικότερα για τα ιδιώματα της Νάξου βλ. Σιγάλας (1949), Ζευγώλης (1956), Ήμελλος (1963), Προμπονάς (1963, 1968).
[4] Σχετικά με το ζήτημα του εποικισμού τ’ Απεράθου από Κρήτες και τις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί βλ. Οικονομίδης (1952: 272-3)˙ Κεφαλληνιάδης (1995: 108 κ.εξ.)˙ Ζευγώλης (1998: 19 κ.εξ.).
[5] Τα κοτσάκια, σύμφωνα με τον Ζευγώλη ([1954] 2006: 178), είναι οκτασύλλαβα δίστιχα, τα οποία αρχικά χρησιμοποιούνταν για τσάκισμα (refrain) στα δεκαπεντασύλλαβα, αργότερα όμως επιβλήθηκαν και έγιναν το κύριο τραγούδι, αποτελώντας τα σύγχρονα έμμετρα δημιουργήματα του Απεραθίτικου λαού. Η ιδιορρυθμία τους είναι ότι η τελευταία λέξη του πρώτου στίχου είναι κομμένη στα δύο και με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα της κομμάτι ν’ αποτελεί το τέλος του πρώτου και το υπόλοιπο την αρχή του δεύτερου στίχου.
[6] Η πατινάδα είναι αργός σκοπός που συνήθιζαν να τραγουδούν τις πρώτες πρωινές ώρες στο δρόμο οι νέοι, μετά από κάποιο γλέντι ή στο παράθυρο κάποιας ‘αμορούζας’. Επιπλέον, επειδή εύκολα μπορούσε κάποιος να ταιριάξει στίχους σ’ αυτόν τον σκοπό, τον συνήθιζαν στο τραπέζι στους αρραβώνες και στο γάμο (κυρίως τη δεύτερη μέρα) για παινέματα στο νέο ανδρόγυνο.
[7] Πρβ. την έρευνα της Milroy (1980) στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας.
[8] Το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών για να παραστήσει την προφορά αυτού του φθόγγου βάζει μία κουκίδα πάνω από το λ.
[9] Σύμφωνα με τον Κοντοσόπουλο (1959: 324˙ στον Ζευγώλη 1998: 44), η προφορά του λ αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό του γλωσσικού ιδιώματος των Σφακίων. Σήμερα εκτείνεται και σε άλλους οικισμούς της δυτικής Κρήτης, που οι κάτοικοί τους βρίσκονταν σε συχνή επικοινωνία με τους Σφακιανούς ή επεδίωκαν να τους μιμηθούν ή αποτελούσαν απογόνους Σφακιανών εποίκων (Ζευγώλης 1998: 44).
[10] Σύμφωνα με τον Χατζιδάκι (1934: 374˙ στον Οικονομίδη 1952: 225-6 και στον Ζευγώλη 1998: 37), το συγκεκριμένο φωνητικό φαινόμενο έγινε στην Κρήτη μετά το τέλος του 17ου αιώνα, όχι πριν το 1700 κι αυτό γιατί δεν απαντά στον Ερωτόκριτο, αλλά και σε άλλα κείμενα της ίδιας περιόδου ή λίγο μεταγενέστερα (συμβόλαια κ.λπ.). Ο Αναγνωστόπουλος (1926: 145˙ στον Ζευγώλη 1998: 37) και ο Κριαράς (1938: 77-8˙ στον Ζευγώλη 1998: 37) συμφωνούν με την άποψη αυτή, ενώ ο Κουρμούλης (1938: 15-6˙ στον Ζευγώλη 1998: 38) το τοποθετεί χρονολογικά πολύ παλαιότερα.
[11] Σύμφωνα με τον Ζευγώλη (1998: 35), ανάμεσα στους κατοίκους Απεράθου και Κωμιακής υπήρχαν από παλιά φιλικοί δεσμοί, γίνονταν κοινά γλέντια, γάμοι, στεφανώματα, βαφτίσια και, προπάντων, τακτικές εμπορικές συναλλαγές, στις οποίες κυριαρχούσε η ανταλλαγή αγροτικών προϊόντων. Αλλά και για την επίδραση στο φιλωτίτικο ιδίωμα, αναφέρει ότι τ’ Απεράθου και το Φιλώτι δεν απέχουν πολύ κι οι κάτοικοί τους είχαν και έχουν αρκετή επαφή μεταξύ τους, κυρίως δε οι βοσκοί, καθώς τα βοσκοτόπια τους ήταν γειτονικά (Ζευγώλης 1998: 37).
[12] Η πιλοτική έρευνα των στάσεων των ομιλητών πραγματοποιήθηκε μετά την επεξεργασία και μελέτη του προφορικού διαλεκτικού υλικού και αφορούσε κυρίως μία σύντομη προσωπική συνέντευξη προς κάθε ομιλητή και ομιλήτρια.
[13] Οι ερωτήσεις είχαν σκοπό να ελέγξουν και τις τρεις διαστάσεις των γλωσσικών στάσεων, δηλαδή το γνωστικό, το συναισθηματικό και το βουλητικό στοιχείο (Baker 1992: 12-3) και ήταν οι εξής: (α) Σας αρέσει να μιλάτε απεραθίτικα; (β) Χρησιμοποιείτε το ιδίωμα σε όλες τις κοινωνικές περιστάσεις; (γ) Στις περιστάσεις εκείνες που δεν χρησιμοποιείτε το ιδίωμα νιώθετε ότι προδίδετε την ταυτότητά σας; Νιώθετε λιγότερο Απεραθίτης/ Απεραθίτισσα; (δ) Θεωρείτε πως είναι πλεονέκτημα να μιλάτε απεραθίτικα; (ε) Είναι απαραίτητο να μιλάς απεραθίτικα για να ΄σαι Απεραθίτης; (στ) Επιδιώξατε να μεταδώσετε το ιδίωμα στα παιδιά σας;
[14] Πρβ. Πλαδή (2001: 619).

    Βιβλιογραφία

    Αναγνωστόπουλος, Γ.Π. 1926. «Περί της εν Κρήτη ομιλουμένης και ιδίως περί του ιδιώματος της Αγίας Βαρβάρας και περιχώρων». Αθηνά 38 (στο Ζευγώλης 1998).
    Baker, C. 1992. Attitudes and language. Clevedon: Multilingual Matters Ltd.
    Fasold, R. 1991. The sociolinguistics of Society. Oxford: Blackwell.
    Ζευγώλης, Γ. [1937] 2006. «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι στην Απείρανθο της Νάξου». Αναδημοσίευση στο Φιλολογικά και Λαογραφικά Μελετήματα. Αθήνα, 53-103.
    Ζευγώλης, Γ. [1954] 2006. «Μια νέα τεχνοτροπία στα λαϊκά τραγούδια της Νάξου». Νέα Εστία, τ.55, τεύχος 640. Αναδημοσίευση στο Φιλολογικά και Λαογραφικά Μελετήματα. Αθήνα, 178-185.
    Ζευγώλης, Γ. [1956] 2006. «Γλωσσικά φαινόμενα από τα ιδιώματα της Νάξου». Στο Mélanges Merlier (Insitut Français d’Athènes), tome II. Athènes. Αναδημοσίευση στο Φιλολογικά και Λαογραφικά Μελετήματα. Αθήνα, 21-37.
    Ζευγώλης, Γ. 1998. Έποικοι κρητικοί στ’ Απεράθου της Νάξου. Αθήνα.
    Ήμελλος, Στ. 1963. «Γλωσσογεωγραφικά τινα εκ Νάξου». Αθηνά 67, 33-46.
    Κεφαλληνιάδης, Ν. 1995. «Κρητικοί στη Νάξο». Ανάτυπο από την Επετηρίδα Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών. Πρακτικά Α’ Κυκλαδολογικού Συνεδρίου (Άνδρος, 5-9 Σεπτεμβρίου 1991). Τόμος ΙΕ’, Μέρος Β’. Αθήνα, 108-118.
    Κοντοσόπουλος, Ν. 1959. «Παρατηρήσεις εις την διάλεκτον της δυτικής Κρήτης» Αθηνά 63. Αθήνα (στο Ζευγώλης 1998).
    Κοντοσόπουλος, Ν. 2001. Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
    Κουρμούλης, Γ. 1938. «Φωνητικά της Κρητικής διαλέκτου. Η προ του συνιζανομένου i δάσυνσις του τ εις θ». Στην Επετηρίδα Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τόμος Α’. Αθήνα (στο Ζευγώλης 1998).
    Κριαράς, Ε. 1938. «Γλωσσικά σημειώματα». Αθηνά 48. (στο Ζευγώλης 1998).
    Milroy, L. 1980. Language and social networks. Οξφόρδη: Blackwell.
    Οικονομίδης Δ. 1952. «Περί του γλωσσικού ιδιώματος Απειράνθου Νάξου». Αθηνά 56, 215- 275.
    Πλαδή, Μ. 2001. «Γλωσσικές στάσεις και διαλεκτική υποχώρηση». Στο Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 21ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 12-14 Μαΐου 2000). Θεσσαλονίκη: Τομέας Γλωσσολογίας, 618-629.
    Προμπονάς, Ι. 1963. «Ο ρωτακισμός και η ιδιότυπος προφορά του φθόγγου λ εις το γλωσσικόν ιδίωμα του Φιλωτίου Νάξου». Στην Επετηρίδα Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος Γ’, Αθήνα.
    Προμπονάς, Ι. 1968. «Η γλώσσα των Ναξιακών εγγράφων (1433-1837) και το Παλαιότερον Ναξιακόν Ιδίωμα». Ανάτυπο από την Επετηρίδα Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος Ζ’. Αθήνα.
    Σιγάλας, Α. 1949. «Γλωσσικά ιδιώματα και εποικισμοί της Νάξου». Ναξιακόν Αρχείον 15, Νάξος, 192-216.
    Σφυρόερας, Ν. 1984. Δημοτικά τραγούδια από τ’ Απεράθου της Νάξου. Αθήνα: Απεραθίτικος Σύλλογος.
    Τσουκνίδας, Γ. 1994. «Ρηματικά ουσιαστικά στο ιδίωμα της Απυράνθου». Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Α’ Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων» (Φιλώτι, 3-6 Σεπτεμβρίου 1992), 961-976.
    Χατζιδάκις, Γ. 1934. Γλωσσολογικαί έρευναι. Τόμος Α’. Αθήνα (στο Οικονομίδης 1952 και Ζευγώλης 1998).

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου